ΕΔΩ ΜΕΣΑ ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕ ΠΕΡΙ Π.Α.Ο.Κ., ΠΕΡΙ ΠΟΝΤΟΥ, ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ , και ΠΑΝΤΩΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ που μας ΞΥΠΝΑ ΑΠΟ τον ΛΗΘΑΡΓΟ ΜΑΣ !

Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2016

Πέμπτη, Απριλίου 28, 2016

Τετάρτη, Απριλίου 20, 2016

Χρόνια Πολλά Π.Α.Ο.Κ.

90 χρόνια

μαύρο-άσπρο
πένθος και ελπίδα
αγώνας να μην μεταλλαχθούμε
να "γεννάμε" φιλάθλους εξ αιτίας των φιλάθλων
να αγωνιζόμαστε τίμια.

κάτι πιο πάνω από αθλητικό σωματείο...

Χρόνια Πολλά!

Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2016

Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2016


Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2016



Η ζωή δεν ξεκίνησε όταν γεννήθηκες εσύ. Ο ΠΑΟΚ δεν γεννήθηκε όταν εσύ αποφάσισες να ασχοληθείς με την μπάλα. Βάζεις το «1926» δίπλα σε ό,τι γράφεις, μέχρι και τατουάζ το χτυπάς, αλλά δεν έχεις ιδέα ούτε το 1996 ποιος ήταν ο ΠΑΟΚ και τι σήμαινε τότε. Ή το 1986, το 1976, το 1966 –οποιαδήποτε στιγμή της ιστορίας πριν έρθεις εσύ. Κι εγώ κάπου ενδιάμεσα γεννήθηκα, κάποια στιγμή μπήκα στην οικογένεια, αλλά πέρασα χρόνια προσπαθώντας να μάθω την ιστορία, ποιοι ήταν αυτοί που την ξεκίνησαν, τι πέρασαν για να μου κληροδοτήσουν αυτή την Ιδέα, πώς έφτασε στα χέρια μου ο ΠΑΟΚ στα 60 χρόνια που προηγήθηκαν μέχρι να τον μάθω κι εγώ.
Οι ανιστόρητοι είναι πάντα οι πιο πωρωμένοι. Φτιάχνουν το υπόβαθρο της σχέσης τους με τον ΠΑΟΚ τσιμπολογώντας ένδοξες στιγμές και αρνούμενοι να ενσωματώσουν οτιδήποτε ζόρικο ή ντροπιαστικό. Σηκώνουν ουρανοξύστες ορκισμένης πίστης με θεμέλια τα Παοκολέ των προηγούμενων από τα βιντεάκια. Κορδώνονται από υπερηφάνεια πατώντας στα πτώματα αυτών που άφησαν τις ψυχές τους στο δρόμο για το γήπεδο, επειδή ζούσανε μόνο στο δρόμο για το γήπεδο. Είκοσι ή τριάντα ή σαράντα χρόνια πριν, οι ίδιοι ανιστόρητοι θα αποκαλούσαν αυτούς που σήμερα θαυμάζουν στα ρετρό ως «κωλόπαιδα», «αλήτες», «χαρτζιλικωμένους που τους έκλεισαν την κάνουλα και τώρα τα σπάνε», «αναρχικούς», «καρκίνο του ΠΑΟΚ». Ωραία είναι να βλέπεις τα βίντεο και να τη λες στους άλλους οπαδούς πόσο γαμάτος Λαός ήμασταν, αλλά σήμερα, βλέπεις, οι εποχές έχουν αλλάξει και αυτές οι συμπεριφορές δεν έχουν θέση στην οικογένεια του ΠΑΟΚ.
Από τότε που περνάει ο λόγος μου όσο περνάει εκεί που περνάει, έχει κολλήσει η βελόνα μου στην ίδια φράση: «Κάντε χώρο στους επόμενους». Και πάντα η ίδια άρνηση από τους πιο παλιούς από μένα, η ίδια επιφυλακτικότητα. Να κάνουμε χώρο, αλλά ποιος θα τον γεμίσει; Οι εξυπνάκηδες με τα πληκτρολόγια; Αυτοί που θα ανεβαίνουν στο κάγκελο και αντί για κερκίδα θα βγάζουν βίντεο με το κινητό; Οι εικοσάρηδες που το Νοέμβρη κόβουν το γήπεδο επειδή χάσαμε το Πρωτάθλημα; Ναι, αυτοί. Ο ΠΑΟΚ είναι κάγκουρας, συμφωνώ, δική μου ήταν η ατάκα, αλλά ίσως ήρθε ο καιρός να αλλάξει λιγάκι, να ακολουθήσει την εποχή, μη μείνουμε στο παρελθόν και τις περήφανες χαίτες, να εκσυγχρονιστούμε, από αξύριστοι να γίνουμε μουσάτοι.
Κι όσο μεγαλώνω και φτάνω τα χρόνια τους, τόσο αλλάζω τη γνώμη μου, πιο ξύπνιοι και πιο ανοιχτομάτηδες από μένα οι μεγαλύτεροι, όπως παλιά, όπως πάντα. Γιατί και η δική μου γενιά ως «νέα γενιά» θεωρήθηκε κάποτε, την ίδια επιφυλακτικότητα συναντήσαμε ως σπόρια δίπλα στα ιερά τέρατα. Αλλά η διαφορά μας ήταν πως εμείς δε φροντίσαμε για τη διαδοχή. Εμάς μας έβαζαν κάτω οι πιο παλιοί επί ώρες, στο σύνδεσμο και στο γήπεδο και στην εκδρομή, κάναμε κανονικό κατηχητικό, μαθαίναμε τα μυστικά της πίστεως και τα ευαγγέλια και τους αγίους και τους διαβόλους, βγαίναμε έτοιμοι να διδάξουμε κι εμείς όσα μας είχανε μάθει, μας άφηναν να πιάσουμε κάγκελο και κλείνανε το μάτι από κάτω, όλο καμάρι, «δικός μου είναι αυτός». Κι έκανες τα δικά σου, διαμόρφωνες την κερκίδα λίγο πιο σύγχρονη από την προηγούμενη με το ένα μάτι στον μέντορα, μήπως το παρακάνεις, μήπως ξεφεύγεις από τις αρχές της πίστης, κουνούσαν το κεφάλι οι τότε σαραντάρηδες, καλά το πας, σ’ άφηναν να πετάξεις από τη φωλιά, έτοιμος είσαι, εγώ ανεβαίνω λίγο παραπάνω στο σκαλί, δε με χρειάζεσαι.
Εμείς τσιγκουνευτήκαμε να μάθουμε οτιδήποτε στους επόμενους. Οι πιο πολλοί τα παράτησαν, οι υπόλοιποι ακόμα εκεί, αρνούνται να αφήσουν την κερκίδα στον πιτσιρίκο, φοβούνται, δεν εμπιστεύονται, δε βλέπουν πως μπορεί να την κρατήσει. Άσ’ τον, λέω εγώ, θα παπαγαλίσει ό,τι βλέπει στο ίντερνετ, θα βρίσει μάνες και κόρες για να νιώσει καμπόσος, θα φάει τα μούτρα του αλλά θα τη βρει την άκρη. Δε φρόντισες να τον έχεις από κοντά όταν ήρθε η γενιά του στο γήπεδο σκαστή από το σχολείο, τώρα θα χρειαστεί να το κάνεις απότομα. Τι να τον αφήσω, μου λες, αυτός πιστεύει πως το ποδόσφαιρο ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια, ούτε πρόλαβε, ούτε φρόντισε να μάθει πως κάποτε δεν τολμούσε άνθρωπος να μπει στο δρόμο μου, τον έπαιρνα από κάτω, μια ευθεία ήταν έναν καιρό η κερκίδα, άμα δεν έμπαινες μπροστά μας δε σε πείραζε κανείς –άμα έμπαινες σε τσαλαπατούσε. Είτε ήσουν αντίπαλος, είτε μέλος της ίδιας της κερκίδας, δεν προλάβαιναν τ’ αγκάθια να μας κυκλώσουν, τα κόβανε. Ρε δεν ακούνε καθόλου, το μόνιμο παράπονο. Δεν ακούνε επειδή δεν τους το λες σωστά, πρέπει να μιλήσεις τη γλώσσα τους, έλεγα εγώ. Μην τους μιλάς όπως πριν είκοσι χρόνια, εσύ έβγαινες για μπύρα στο σύνδεσμο, αυτός βγαίνει για μπύρα με την γκόμενα, αν έχει, ή πίνει μπύρες με το wi-fi, δεν είναι το ίδιο. Μπα, δεν ακούνε, έτσι είναι αυτή η γενιά, κάνουν πως σε ακούνε και μετά κοροϊδεύουνε. Έπρεπε να κάνω facebook για να καταλάβω τι εννοούν.
Το πιο εύκολο και το πιο δύσκολο είναι να τα παρατήσεις. Κι εγώ έτσι, μια τα παρατάω και μια επιστρέφω, μια μέσα και μια έξω, μια κοντά και μια μακριά. Αλλά με αναγκάζει η εποχή, δεν κολλάει τελικά ο δικός μου ΠΑΟΚ με τον ΠΑΟΚ των νέων, μας πήρε η μπάλα και μας άφησε στα τσιμέντα. Ξέρω, ξέρω, ο ΠΑΟΚ είναι ένας και ο ΠΑΟΚ είναι ο ίδιος για όλους και μπλα μπλα μπλα. Εγώ βαρέθηκα να μαλώνω μ’ αυτούς που ούτε έζησαν αλλά ούτε και θέλησαν ποτέ να μάθουν τι δεν έζησαν, πιάσανε τον ΠΑΟΚ από την πρώτη αφίσα στον τοίχο τους και από σήμερα, π.χ. αυτή την όμορφη μέρα του 2002, σ’ όποιο γήπεδο κι αν πάμε τα σπάμε -στα λόγια φυσικά, μην τιμωρηθούμε κιόλας και πάει τσάμπα το διαρκείας. Βαρέθηκα να μου τη λένε οι εξυπνάκηδες για το ποιος «πρέπει να φύγει» για να σωθεί η ομάδα κι εγώ αν είναι δυνατό να μην καταλαβαίνω πως είναι λαμόγιο και «ποιος πρέπει να αναλάβει» για να μας πάει στην κορυφή γιατί πού πάμε ρε με τους τελειωμένους που έχει μαζέψει. Βαρέθηκα να μιλάω, στην τελική, με ανθρώπους που κλείνουν τα αυτιά τους. Κι αυτοί που κλείνουν τα αυτιά τους περισσότερο είναι οι είκοσι κάτι, που σε βρίζουν με το παραμικρό από το πληκτρολόγιο επειδή είσαι ο εχθρός, είσαι αυτός που τους θυμίζεις πως δεν ξέρουν όσα κάνουν πως ξέρουν. Καλά κάνουν και τα κλείνουν, ποιος είμαι εγώ τώρα να τους μάθω τον ΠΑΟΚ, τον ξέρουν αυτοί καλύτερα κι από μένα κι από κάθε άλλη γενιά πριν από μένα, τον έβλεπαν στο youtube όσο περίμεναν στην κοιλιά της μάνας τους, να περάσει η ώρα.
Έχει και κάποια παλικάρια γεννημένα τον καιρό που ήμουν εγώ είκοσι κάτι, μιλάω μαζί τους και νομίζω πως είμαστε συνομήλικοι. Δέκα, είκοσι, εκατό άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τι κληρονόμησαν. Ελπίδα υπάρχει, είδα μάτια που γυαλίζουν και μυαλά που ξέρουν πόσος πόνος τους περιμένει ακόμα μεγαλώνοντας σ' αυτό το μαγικό, ασπρόμαυρο σύμπαν. Αν συνεχίσουμε να τους κλείνουμε το δρόμο, επειδή οι περισσότεροι της γενιάς τους αντιμετωπίζουν τον ΠΑΟΚ ως χόμπι και τουρισμό, θα τους παρασύρει το κύμα των συνομίληκών τους με τις σέλφι, τα χαζοσυνθήματα για τα ναρκωτικά και την αστυνομία, τις ποζεριές, τα λάικ και τις κοινοποιήσεις. Αλλά πώς να βγουν μπροστά, δεν τολμάνε. Ακόμα κι ο Μάκης να ανέβαινε σήμερα στο κάγκελο, αυτοί είναι ικανοί να τον κράξουν -μια ματιά στα σχόλια άρθρων και βίντεο για τον Στρατηγό είναι ενδεικτική. Δύσκολα είμαστε. Και φταίμε περισσότερο εμείς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2016


Αχ, τι ωραία που τα γράφεις, αλλά όλο για τον ΠΑΟΚ γράφεις. Μάλιστα, μαντάμ. Αυτό έχουμε, απ’ αυτό δίνουμε. Τι να σε συγκινήσει, δηλαδή, τι άλλο να σε γεμίσει τόσο συναίσθημα να έχεις να μοιραστείς. Και στην Ακρόπολη πήγαμε εκδρομή εκτός έδρας ένα καλοκαίρι, ωραία ήταν, ψηλά ήταν, με έπιασε ένα δέος πιο πολύ που εμείς μια πόρτα δεν μπορούμε να ταιριάσουμε στην αποθήκη με τριακόσια εργαλεία τρία άτομα και ακόμα δεν κλείνει καλά κι αυτοί οι μάστορες έφτιαξαν ολόκληρο θεματικό πάρκο εκεί πάνω πριν χιλιάδες χρόνια με τα χέρια τους. Τρομερή εμπειρία, κανένα μισάωρο εκεί ψηλά, εντάξει, τελείωσε, ούτε ένα ημίχρονο δεν κράτησε το συναίσθημα αν το δεις αντικειμενικά. Και τι να σου μείνει να μοιραστείς, πήγα μια φορά στην Ακρόπολη, καλή φάση. Άμα δεν την έχεις χτίσει εσύ, τι να μας πεις.
Να γράψεις και άλλα πράματα, για τη ζωή, τα μέρη που είδες, τους ανθρώπους που γνώρισες, τα ταξίδια που έκανες. Δεν μπορεί όλη η ζωή σου να είναι μόνο ΠΑΟΚ. Καταρχάς, κάτι δεν έπιασες, φιλενάδα, αυτό ακριβώς κάνω. Δηλαδή αν το συναίσθημα γεννιόταν στις Πυραμίδες θα ήταν πιο δυνατό απ’ όσο στη Λιβαδειά. Αν ανατριχιάζεις στο Άμστερνταμ σου μένει, ενώ στη Δράμα είναι μπανάλ. Κι αν τριγυρνάς στο Παρίσι μια φθινοπωρινή μέρα κάτω απ’ το συννεφιασμένο ουρανό βρίσκεις το πεπρωμένο σου πιο εύκολα απ’ όσο στην Τούμπα ένα μεσημέρι Τετάρτης, δίπλα στη λαϊκή, κάτω από τα Παοκολέ και τα χαρτάκια. Το είδαμε και το Παρίσι, μαντάμ, παίξαμε τσανταλίνα μανταλίνα στην κορυφή του Άιφελ, εκεί να δεις συναίσθημα. Πιο πολλές φωτογραφίες έβγαλαν εμάς οι τουρίστες παρά στο Λούβρο.
Αυτό που ξεχωρίζει τις δικές μας αναμνήσεις από τις δικές σου είναι πως ό,τι ζήσαμε εμείς ήταν πρωτογενές. Εμείς το φτιάξαμε το συναίσθημα, από το μηδέν, δε χαζεύαμε κάτι που έφτιαξαν άλλοι. Έχεις μαζέψει τέσσερις χιλιάδες φωτογραφίες απ’ όλο τον κόσμο, έχεις γυρίσει όλο τον κόσμο για να βλέπεις τι έκαναν και τι κάνουν οι άλλοι, όλα τα είδες, τις Πυραμίδες, τις γέφυρες του Τάμεση, τις ταυρομαχίες, το Κολοσσαίο, το Μάτσου Πίτσου, έχεις να λες χίλιες δυο ιστορίες γι’ αυτά που είδες –ούτε μια γι’ αυτά που έζησες. Με λυπάσαι, κιόλας, που χαραμίζομαι με τα γήπεδα και τις ομάδες τόσα χρόνια, δε σκέφτεσαι πως όταν κλείσεις τα μάτια στην καρδιά θα μετράνε μόνο όσα έζησες κι όσα ένιωσες δικά σου, όχι των άλλων, μετράει μόνο ό,τι γέννησες εσύ. Στην τελική, εσύ είδες χίλια πράματα κι εγώ έζησα χίλια πράματα, βάλ’ τα κάτω πριν αρχίσεις πάλι να με λυπάσαι.
Εσύ είδες τα αξιοθέατα και εγώ ήμουν το αξιοθέατο. Εσύ έβγαζες φωτογραφίες κι εμένα με φωτογράφιζαν. Εσύ έψαχνες συγκινήσεις σε όλο τον κόσμο κι εγώ τις γεννούσα κάθε λεπτό. Σκέψου το, να ζήσεις όσα έζησα κυνηγάς, αλλά δεν το καταλαβαίνεις επειδή δεν μπορείς να δεις καθαρά. Βλέπεις μόνο όσα βλέπουν τα μάτια σου. Γι’ αυτό έχω γαλήνη, γι’ αυτό είμαι γεμάτος, ενώ εσύ πρέπει κάθε τόσο να φεύγεις, να ψάχνεσαι, να κυνηγάς κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Η ευτυχία είναι η προσμονή, η λαχτάρα για να ξανακάνεις το ίδιο, τόσα βιβλία διάβασες, αυτό πώς σου ξέφυγε που ήταν και της μόδας στα νιάτα σου. Αυτό ακριβώς, το ίδιο πράγμα κάνω, είκοσι πέντε χρόνια τώρα, την ίδια λαχτάρα έχω αποβραδίς για το ματς και το ταξίδι της άλλης μέρας –είμαι ευτυχισμένος. Εσύ τρέξε για σκι, για αναρρίχηση, για καταδύσεις με τους καρχαρίες, για ψώνια στα εμπορικά, στα θέατρα, στα σινεμά, στις βραδιές ποίησης, συνέχισε να ψάχνεις την ευτυχία σου.
Ή κάτσε λίγο να το σκεφτείς, τόσα πράγματα γνώρισες, τόσες κουλτούρες, δεν μπορεί, κάτι ξέρουν αυτοί οι μυστήριοι που τρέχουν με τον ΠΑΟΚ, κάτι τους κάνει, κάτι μαγικό συμβαίνει εκεί πέρα. Να σου πω και το μυστικό, μην παιδεύεσαι άδικα. Άλλος είναι ο ΠΑΟΚ, δεν είναι αυτός που νομίζεις. Περίμενε λίγο να κάνει η κάμερα προς τα ‘κεί, περίμενε, να φύγει από τους παίκτες, να κάνει αριστερά, πίσω από την εστία, στην κερκίδα, ορίστε, τους βλέπεις, αυτός είναι ο ΠΑΟΚ, μην μπερδεύεσαι.